Η Κοινωνική και Συναισθηματική Μάθηση (SEL) ορίζεται ως η διαδικασία μέσω της οποίας όλοι οι νέοι και οι ενήλικες αποκτούν και εφαρμόζουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις στάσεις για να αναπτύξουν υγιείς ταυτότητες, να διαχειριστούν τα συναισθήματα και να επιτύχουν προσωπικούς και συλλογικούς στόχους, να αισθάνονται και να δείχνουν ενσυναίσθηση απέναντι σε άλλους, να δημιουργούν και να διατηρούν υγιείς σχέσεις, καθώς να λαμβάνουν υπεύθυνες και προσεκτικές αποφάσεις.
Σε μία εποχή μετά από μία περίοδο εγκλεισμών, απουσίας της δια ζώσης διδασκαλίας και αποκοπής από τις κοινωνικές επαφές, εξαιτίας της πανδημίας, όπου οι μαθητές επέστρεψαν στις σχολικές μονάδες, η ενίσχυση της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης αναζωπύρωσε περισσότερο το ενδιαφέρον της εκπαιδευτικής και της ερευνητικής κοινότητας.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η Κοινωνική και Συναισθηματική Μάθηση έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο συχνά πολυσυζητημένα και ερευνημένα θέματα στον τομέα της εκπαίδευσης. Επιπλέον, η ψηφιακή καινοτομία στον τομέα της εκπαίδευσης τα τελευταία 20 χρόνια παρέχει τη δυνατότητα κλιμάκωσης της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης για να προσεγγίσει πλήθος μαθητών εντός και εκτός των τάξεων.
Ειδικότερα, τα ψηφιακά παιχνίδια εάν σχεδιαστούν με παιδαγωγικές προδιαγραφές οι οποίες βασίζονται στην έρευνα, μπορούν να φυτέψουν τους σπόρους και κατ’ επέκταση να καλλιεργήσουν τις στάσεις, τις γνώσεις και τις δεξιότητες εκείνες που συναρμονίζονται θετικά έστω και σε έναν κοινωνικά και πολιτικά περίπλοκο χρόνο, και αυτό διότι μπορούν να προωθήσουν την Κοινωνική και Συναισθηματική Μάθηση προσφέροντας ποιοτικές και βιωματικές ευκαιρίες μάθησης που βασίζονται στην ενεργό και δημιουργική Φύση των μαθητών.
Επιπροσθέτως, τα ψηφιακά παιχνίδια ενισχύουν την προσπάθεια και την επιμονή των μαθητών και καλλιεργούν συναισθήματα που έχουν σχέση με την ανταμοιβή και την απόλαυση. Επιπλέον, προσφέρουν μία εναλλακτική δημιουργική εμπειρία και βοηθούν στη διαχείριση ενός ευρέος φάσματος συναισθημάτων και αξιών όπως είναι: η υπερηφάνεια, η ευγνωμοσύνη, αλλά και η προδοσία, η απογοήτευση, ο φόβος. Ακόμη, τα ψηφιακά παιχνίδια παρέχουν στους μαθητές την ευκαιρία να πειραματιστούν και να εκφραστούν, καθώς να αναγνωρίσουν αλλά και να κατανοήσουν την ανάληψη της ευθύνης ως προς τις συνέπειες των επιλογών τους.
Παρόλα αυτά, τα ψηφιακά παιχνίδια και η ψηφιακή τεχνολογία γενικότερα μπορούν να έχουν αρνητικές ακούσιες συνέπειες και άρα πρέπει να ελέγχονται σωστά από ειδικούς και εκπαιδευτικούς πριν χρησιμοποιηθούν στις σχολικές μονάδες. Αξιοσημείωτη είναι η με σεβασμό και αποδοχή διασφάλιση της πολιτισμικής καταλληλότητας του παιχνιδιού ή του εκάστοτε ψηφιακού εργαλείου.
Τέλος, είναι σημαντικό να τονισθεί πως τα ψηφιακά παιχνίδια ή τα ψηφιακά εργαλεία γενικότερα δεν πρέπει να αντικαθιστούν την αυτόπροσωπη διδασκαλία, και επίσης ούτε να χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση της γνώσης, αλλά οι εκπαιδευτικοί πρέπει να εμπλέκονται με τέτοιον τρόπο, σε συνδυασμό με την ψηφιακή εκπαίδευση, ώστε να υπάρξει μία μετασχηματιστική μάθηση. Επί το πλείστον, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να υποστηρίζουν τους μαθητές τους ως προς τη χρήση των ψηφιακών εργαλείων ώστε τα τελευταία να συμβάλλουν στη μάθηση των μαθητών, καθώς και στην ανάπτυξη των κοινωνικών των συναισθηματικών τους δεξιοτήτων.
Εν κατακλείδι, τα ψηφιακά εργαλεία και η Κοινωνική και Συναισθηματική Μάθηση (SEL) μπορούν να αποτελέσουν ένα σταθερό βήμα προς την πλήρη συνάντηση των μαθητών, όπου κι αν βρίσκονται, ενώ παράλληλα μπορούν να δημιουργήσουν εμπειρίες που θα τους εμπλουτίσουν τόσο ακαδημαϊκά, όσο και κοινωνικά και συναισθηματικά προκειμένου να είναι επιτυχημένοι στο Τώρα αλλά και στο Μέλλον τους.
Πηγή:










