Ψυχολόγος ή Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας; Έβαλα κάτω τα νούμερα, τα όνειρα και τη ζωή μου — και να τι έμαθα
Ήθελα πάντα να ασχοληθώ με την ψυχολογία. Από τα εφηβικά μου χρόνια ένιωθα πως υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο και αληθινό σε αυτή την επιστήμη. Όμως, η ζωή με πήγε αλλού. Οι σπουδές μου ήταν σε διαφορετικό αντικείμενο, οι υποχρεώσεις πλήθαιναν και η εσωτερική μου ανάγκη να στραφώ κάποια στιγμή προς το χώρο της ψυχικής υγείας παρέμενε… εκεί, σαν ήσυχη φωνή που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να ακουστεί.
Και αυτή η στιγμή ήρθε. Δεν είμαι πια 18, και αυτό κάνει πολλά πράγματα πιο δύσκολα – αλλά και πιο καθαρά. Γιατί τώρα ξέρω ότι αν επενδύσω χρόνο, ενέργεια και χρήμα σε κάτι, θέλω να αξίζει. Και επειδή η απόφαση ήταν μεγάλη, αποφάσισα να κάνω την έρευνά μου σοβαρά. Ήθελα να ξέρω ξεκάθαρα: να σπουδάσω Ψυχολόγος ή να γίνω Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας (ΣΨΥ);
Το ερώτημα φαινομενικά απλό. Η απάντηση; Καθόλου. Και το πιο ενδιαφέρον: η πορεία προς την απάντηση τελικά με βοήθησε να γνωρίσω και καλύτερα τον εαυτό μου.
Το πρώτο μεγάλο δίλημμα: Ψυχολόγος ή Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας;
Για να απαντήσω, ξεκίνησα να διαβάζω. Άρθρα, συνεντεύξεις, βίντεο. Και φυσικά, μίλησα με πολλούς ανθρώπους. Όχι με τις ίδιες τις σχολές. Δεν ήθελα να ακούσω το “μάρκετινγκ” τους. Ήθελα την αλήθεια: να μιλήσω με φοιτητές, αποφοίτους, επαγγελματίες. Τους ανθρώπους που έχουν ζήσει την εμπειρία.
Και το πρώτο που κατάλαβα ήταν πως ο κόσμος της ψυχικής υγείας δεν είναι ενιαίος. Οι δρόμοι είναι πολλοί, και ο καθένας έχει διαφορετικές απαιτήσεις – και προσφέρει διαφορετικά πράγματα.
Ας ξεκινήσω με τους ψυχολόγους. Η ακαδημαϊκή διαδρομή τους απαιτεί σπουδές 4 ετών σε πανεπιστήμιο (συνήθως δημόσιο ή ιδιωτικό) και μετά εξειδίκευση/μεταπτυχιακό σε ψυχοθεραπευτική κατεύθυνση (άλλα 2-3 χρόνια). Δηλαδή, 7 χρόνια σπουδών. Και φυσικά, κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, απαιτείται προσωπική θεραπεία (5.000-8.000 ευρώ) και εποπτεία (4.000-8.000 ευρώ).
Το κόστος των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι υψηλό – περίπου 4.000 έως 8.000 ευρώ τον χρόνο. Δηλαδή, σε μια 7ετία μπορείς να έχει δώσει πάνω από 50.000 ευρώ για να μπορέσεις να εργαστείς ως ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής. Το πλεονέκτημα; Όταν ολοκληρώσεις, δεν χρεώνεις ΦΠΑ στους πελάτες σου – κάτι που δεν είναι αμελητέο όταν κάνεις 20-25 συνεδρίες την εβδομάδα.
Από την άλλη, ο Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας έχει ένα άλλο, πιο “βιωματικό” μονοπάτι. Οι σπουδές διαρκούν 3 χρόνια, με κόστος περίπου 2.000-3.000 ευρώ τον χρόνο. Εδώ επίσης απαιτείται προσωπική ανάπτυξη (3.500-5.000 ευρώ) και εποπτεία (2.000-3.000 ευρώ). Δηλαδή, συνολικά μιλάμε για ένα ποσό περίπου 15.000 ευρώ – αρκετά πιο προσβάσιμο από το να γίνεις ψυχολόγος.
Και –ίσως το πιο σημαντικό– έχεις τη δυνατότητα να ξεκινήσεις να εργάζεσαι σχεδόν αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών σου, εφόσον έχεις κάνει την εποπτεία και την προσωπική σου ανάπτυξη.
Εδώ όμως έρχεται το “αλλά”. Οι ΣΨΥ χρεώνουν ΦΠΑ στους πελάτες τους. Και αυτό αλλάζει κάπως τα δεδομένα. Γιατί το 24% του ποσού που λαμβάνεις, δεν είναι δικό σου. Είναι του κράτους.
Κάνουμε τους υπολογισμούς:
Ας πούμε ότι, ως ΣΨΥ, χρεώνεις 35 ευρώ τη συνεδρία, τελική τιμή (με ΦΠΑ). Αυτό σημαίνει ότι καθαρά παίρνεις 28,22 ευρώ. Αν έχεις 25 πελάτες την εβδομάδα, 4 φορές τον μήνα, δηλαδή 100 συνεδρίες, τότε παίρνεις 2.822 ευρώ τον μήνα (προ φόρων).
Αν ήσουν ψυχολόγος, θα μπορούσες να χρεώσεις το ίδιο ποσό – χωρίς ΦΠΑ. Δηλαδή, να κρατάς και τα 35 ευρώ. Που σημαίνει 3.500 ευρώ τον μήνα (προ φόρων).
Δηλαδή, διαφορά 678 ευρώ τον μήνα. Αν το υπολογίσεις ετήσια, έχεις 8.136 ευρώ διαφορά – και αυτό, χωρίς να υπολογίσω άλλα έξοδα.
Αυτό σημαίνει ότι, μακροπρόθεσμα, ο ψυχολόγος έχει μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Όμως για να φτάσεις εκεί χρειάζονται πολλά περισσότερα χρόνια και χρήματα. Άρα, είναι μια επένδυση με αργή απόδοση.
Οι προσωπικές μου σκέψεις – και τα ευρήματα της έρευνάς μου
Καθώς εμβάθυνα την έρευνά μου, διαπίστωσα κάτι που δεν το περίμενα: ο χώρος των σπουδών στην ψυχολογία και τη συμβουλευτική είναι –δυστυχώς– άνισος.
Στα δημόσια πανεπιστήμια υπάρχει το γνωστό πρόβλημα: δύσκολη είσοδος (εκτός αν είσαι 18 και έδωσες πανελλήνιες), μεγάλος αριθμός φοιτητών, κουραστικά θεωρητική προσέγγιση, καθυστέρηση μαθημάτων. Δεν μιλάμε για βιωματική εκπαίδευση.
Στα ιδιωτικά, η είσοδος είναι πιο εύκολη, αλλά το κόστος τεράστιο. Και προσωπικά, ένιωσα πως οι περισσότεροι που μου μίλησαν για τα προγράμματα (φοιτητές και γραμματείες) δεν καταλάβαιναν καθόλου τι σημαίνει να είσαι 30+, να έχεις δουλειά, παιδιά ή ευθύνες, και να θες να κάνεις ένα νέο ξεκίνημα. Οι απαντήσεις τους ήταν πιο πολύ επικεντρωμένες στο κόστος και στις “ευκολίες πληρωμής”, όχι στο περιεχόμενο ή την ουσία.
Στις σχολές Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας τα πράγματα ήταν επίσης πολύ διαφορετικά από σχολή σε σχολή. Υπάρχουν σχολές που ήταν ξεκάθαρο ότι ο κύριος στόχος τους είναι το οικονομικό όφελος. Ειλικρινά, με απογοήτευσαν. Δεν είμαι επένδυση για κανέναν. Εγώ θέλω να επενδύσω τα χρήματά μου κάπου που θα σέβεται την προσπάθειά μου.
Και υπήρχαν και κάποιες –λίγες– σχολές, ίσως μία ή δύο, που πραγματικά με συγκίνησαν. Δεν θα αναφέρω ονόματα για ευνόητους λόγους. Η σχολή που επέλεξα δεν με έπεισε με διαφημίσεις, αλλά με το πώς μιλούσαν γι’ αυτήν οι ίδιοι της οι απόφοιτοι. Μαθητές, επαγγελματίες, ακόμα και πελάτες των αποφοίτων της. Όλοι μιλούσαν για φροντίδα, για ουσιαστική γνώση, για πραγματικά αποτελέσματα.
Κάποιοι μίλησαν με συγκίνηση για το πώς η προσέγγιση που έμαθαν τους άλλαξε και τους ίδιους. Και αυτό ήταν για μένα το πιο δυνατό κριτήριο.
Συνθετική κατεύθυνση και βραχυπρόθεσμη θεραπεία – η σύγχρονη τάση
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, διαπίστωσα κάτι που με εντυπωσίασε. Οι περισσότερες σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι η Συνθετική Προσέγγιση –είτε για ψυχολόγους είτε για συμβούλους– είναι εκείνη που ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες της σημερινής κοινωνίας. Η συνθετική εκπαίδευση δεν ακολουθεί ένα μόνο μοντέλο. Αντίθετα, σου δίνει εργαλεία από πολλές προσεγγίσεις και σε βοηθά να προσαρμόζεσαι στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου. Και προσωπικά, ως άνθρωπος που πάντα ήθελε να βλέπει το σύνολο, και όχι μόνο τη θεωρία, αυτό με τράβηξε πολύ.
Υπάρχει και μια ακόμη πιο σύγχρονη προσέγγιση που με ενθουσίασε: η Βραχυπρόθεσμη Συνθετική Συμβουλευτική, η οποία είναι αυτό που λέει το όνομά της. Μια προσέγγιση που δίνει γρήγορα, ουσιαστικά αποτελέσματα και βασίζεται σε σύγχρονες μελέτες που υποστηρίζουν τη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα.
Και εδώ να σημειώσω κάτι ενδιαφέρον που με προβλημάτισε θετικά. Σε αρκετές από τις σχολές που προσφέρουν εκπαίδευση στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, η ίδια εκπαίδευση (και το ίδιο εκπαιδευτικό προσωπικό) προσφέρει και εξειδικεύσεις για ψυχολόγους. Δηλαδή, ίδια τμήματα, ίδια ύλη, ίδιος στόχος: η δημιουργία καλών επαγγελματιών. Αυτό από μόνο του μου έδωσε μια μεγάλη σιγουριά.

Η βιωματική εκπαίδευση – το κλειδί για την πραγματική γνώση
Ένα ακόμα στοιχείο που μέτρησε στην απόφασή μου ήταν η βιωματική εκπαίδευση. Οι σχολές που επικεντρώνονται στο να σε κάνουν να ζήσεις την εμπειρία, να τη νιώσεις στο σώμα σου και στην ψυχή σου, είναι εκείνες που σου δίνουν και την πραγματική γνώση.
Όχι μόνο μελέτες και θεωρίες, αλλά εφαρμογή. Αυτό που λέμε: να μάθεις για τον άνθρωπο μέσα από τον άνθρωπο.
Και υπάρχουν σχολές που επενδύουν στην έρευνα αυτών των εκπαιδευτικών συστημάτων. Κάνουν μελέτες πάνω σε αυτό το μοντέλο και έχουν αρχίσει να αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκπαιδεύονται οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας. Για μένα, αυτό ήταν εντυπωσιακό και πολύ ελπιδοφόρο.
Τελικό συμπέρασμα
Αν είσαι 18-30 ετών, έχεις τον χρόνο, έχεις (ή μπορείς να βρεις) τους οικονομικούς πόρους και έχεις το κουράγιο να περάσεις από όλη τη διαδρομή του πανεπιστημίου, τότε ίσως αξίζει να στοχεύσεις προς την ψυχολογία. Είναι ένα σπουδαίο επάγγελμα και αξίζει την επένδυση.
Αν όμως είσαι 30-55 και νιώθεις ότι τώρα ήρθε η στιγμή να κάνεις αυτό που πάντα ήθελες, τότε η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας ίσως είναι ένας δρόμος πολύ πιο άμεσος, ανθρώπινος, σύγχρονος και αποτελεσματικός. Αρκεί να κάνεις την έρευνά σου σωστά. Να βρεις σχολή που να ταιριάζει στις αξίες σου, να έχει βιωματική προσέγγιση, να είναι ξεκάθαρη και να σε εμπνέει.
Αν ήθελα να ξεκινήσω στον χώρο της ψυχικής υγείας, η απόφασή μου θα ήταν να ξεκινούσα από την Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας. Γιατί ένιωσα ότι εκεί υπήρχε φροντίδα, ήθος, γνώση και πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο.
Και αν κάποια στιγμή θα ήθελα να πάω πιο πέρα, θα ήξερα ότι η βάση μου είναι σταθερή. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.
